Scroll to top

Τα Ηλεκτρονικά Βιβλία (myDATA) και πως θα ζήσουμε μαζί τους

Ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα που φαίνεται να υπάρχουν αυτή τη στιγμή στο τραπέζι για όλους όσοι ασχολούνται με τη λογιστική είναι τα Ηλεκτρονικά Βιβλία, που μπήκαν στη ζωή μας από το παράθυρο κάποια στιγμή τον προηγούμενο χρόνο και μάλλον ετοιμάζονται να πάρουν θέση στην κορυφή του τραπεζιού.

 

Καταρχήν να πούμε ότι οι ενασχολούμενοι με τη λογιστική δεν είναι μόνο οι λογιστές. Είναι επίσης και όσοι ασχολούνται με τη λογιστική μηχανογράφηση και μηχανοργάνωση, αλλά και ένας μεγάλος αριθμός επιχειρηματιών και ελευθέρων επαγγελματιών.

 

800.000 περίπου Ελληνικές επιχειρήσεις, το 97,5% είναι μικρές ή πολύ μικρές και υπολογίζεται ότι από αυτές, ένα ποσοστό που περνά το 24% δεν έχει όχι απλά λογιστήριο, αλλά ούτε μηχανογραφικό τρόπο να κόβει τα παραστατικά του ή να τηρεί τα βιβλία του. Μπορείτε λοιπόν να καταλάβετε το βαθμό εμπλοκής αυτών των ανθρώπων με τα λογιστικά δρώμενα πλέον, αν και χωρίς τη θέλησή τους, από ανάγκη.

Είναι «προσομοίωση» λογιστικών βιβλίων που (θα) κρατούνται στους servers της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) και θα μπορούν να απεικονίσουν ανά πάσα στιγμή τα οικονομικά δεδομένα της επιχείρησης.

 

Η ιστορία τους ξεκινά πριν από πολλά χρόνια από το Κέντρο Πληροφορικής του Υπουργείου Οικονομικών (ΚΕΠΥΟ), όταν ζητήθηκε από την πολιτική ηγεσία να υποβληθούν (και διασταυρωθούν) από όλες τις επιχειρήσεις Καταστάσεις Τιμολογίων Πελατών και Προμηθευτών. Η ιδέα ήταν ότι με κλειδί τον ΑΦΜ θα διασταυρώνονταν οι δηλώσεις των Πελατών και Προμηθευτών μίας επιχείρησης με τις δηλώσεις των ιδίων των συναλλασσόμενων και θα διαπιστωνόταν αν υπήρχαν πλαστά ή εκ των υστέρων παραποιημένα παραστατικά.

 

Το σύστημα δεν δούλεψε ποτέ. Στην αρχή γιατί δεν μπορούσαν να βρουν χρόνο να καταχωρήσουν τις (χειρόγραφες αρχικά) καταστάσεις, μετά γιατί τα μέσα που υποβάλλονταν αυτές (δισκέτες) παρουσίαζαν συνεχώς προβλήματα. Όταν τελικά αποφασίστηκε να στέλνονται μέσω internet οι καταστάσεις, άρχισαν νέα αδιέξοδα, καθώς αποκαλύφθηκε αυτό που όλοι πάντα ήξεραν: Ότι οι καταστάσεις περιλάμβαναν σωρεία λαθών, καθώς το κάθε λογιστήριο, που όπως είπαμε κατά κανόνα δεν ήταν μέσα στην επιχείρηση, καταχωρούσε παραστατικά που ο επιχειρηματίας φρόντιζε (αν φρόντιζε) να πάνε στο λογιστικό γραφείο και τα οποία πολλές φορές ήταν δυσανάγνωστα και περιείχαν λάθη.

 

Πάνω απ’ όλα όμως, το πρόβλημα ήταν εμφανώς η διπλή καταχώριση του κάθε παραστατικού, μία από τον εκδότη και μία από τον λήπτη του. Έτσι, το ανθρώπινο και ηθελημένο λάθος γίνονταν ένα αξεδιάλυτο κουβάρι, από το οποίο δεν έβγαινε άκρη με τίποτα. Ίσως κάποιοι να θυμάστε την απίθανη περίπτωση που ο ΑΦΜ επιχείρησης μπλέχτηκε με τα έσοδά της, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί η εντύπωση φοροδιαφυγής εκατοντάδων εκατομμυρίων (θυμηθείτε ότι ο ΑΦΜ είναι εννεαψήφιος αριθμός).

Από την ιδέα λοιπόν της μοναδικής καταχώρισης ξεκίνησαν τα ηλεκτρονικά βιβλία (myDATA). Η αρχική ιδέα ήταν απλή: Ο εκδότης θα υποβάλει μία σύνοψη (περίληψη) του παραστατικού και ο λήπτης θα επιβεβαιώνει την ύπαρξη και τα βασικά στοιχεία του (αξία + ΦΠΑ).

 

Αν η διαδικασία γίνει γρήγορα, αυτομάτως «πιάνονται» τα πλαστά παραστατικά και περιορίζεται η δυνατότητα του λήπτη να παραποιεί άλλα. Αφού όμως θα δημιουργείτο το μηχανογραφικό υπόβαθρο, γιατί να μην χρησιμοποιείτο και για να απεικονιστούν ταυτόχρονα και άλλες υποχρεώσεις των επιχειρήσεων, όπως οι υποχρεώσεις από ΦΠΑ ή από παρακρατήσεις φόρου εισοδήματος; Λογικό έτσι;

 

Τελικά αποφασίστηκε να στέλνονται στην ΑΑΔΕ όχι μόνο οι εγγραφές που «αντικρίζονται» (δηλαδή υπάρχει κάποιος να τις επιβεβαιώσει), αλλά και εκείνες που δεν αντικρίζονται, όπως π.χ. οι Αποσβέσεις και οι λοιπές εγγραφές «Τακτοποίησης».

 

Yπάρχουν πολλές μη αντικριζόμενες εγγραφές που περιλαμβάνουν παρακρατούμενους ή εμπεριεχόμενους φόρους, όπως οι λιανικές πωλήσεις και οι μισθοδοσία, όμως η δημιουργία ολόκληρου λογιστικού βιβλίου, θυμίζει περισσότερο έλεγχο εξ αποστάσεως παρά διαδικασία επιβεβαίωσης.

Επειδή θα αφορούν όλες τις επιχειρήσεις ανεξαρτήτως κατηγορίας βιβλίων, θα πλησιάζουν πάρα πολύ τα απλογραφικά βιβλία. Δεν θα περιλαμβάνουν δηλαδή υπόλοιπα πελατών και προμηθευτών και παρακολούθηση διαθεσίμων (Ταμείο, Τράπεζες κ.λπ.), ΕΚΤΟΣ από την περίπτωση που οι πληρωμές αυτές θα αφορούν εξόφληση υποχρεώσεων προς το Δημόσιο (φόρους, χαρτόσημο κ.λπ.).

Στην πραγματικότητα μπαίνει από το παράθυρο ένας νέος τύπος απλογραφικών βιβλίων που περιλαμβάνουν μία σειρά από στοιχεία που μέχρι τώρα παρακολουθούντο εκτός βιβλίων. Δεν χρησιμοποιούμε τον όρο «εξωλογιστικά», γιατί πλέον, μετά τον Ν.4308/2014, όλα τα αρχεία που περιλαμβάνουν λογιστικές πληροφορίες θεωρούνται «λογιστικά αρχεία».

Η λειτουργία τους θα είναι βασισμένη στη μηχανογράφηση. Θεωρητικά θα πρέπει όποιος τηρεί τα βιβλία να κάνει σε καθημερινή βάση, ή έστω όποτε ανοίγει τα βιβλία της επιχείρησης, τα εξής:

  1. Να στέλνει στην ΑΑΔΕ όλα τα παραστατικά εσόδων που έχει «κόψει» από την προηγούμενη αποστολή έως εκείνη τη στιγμή.
  2. Να ελέγχει αν έχουν σταλεί καινούργια παραστατικά από Προμηθευτές του ή αν δεν έχουν σταλεί παραστατικά που αυτός έχει καταχωρίσει.
  3. Να «κατεβάζει» και να χαρακτηρίζει τα νέα παραστατικά των Προμηθευτών του. Αφού τα χαρακτηρίσει να τα «ανεβάσει» στην ΑΑΔΕ με τον χαρακτηρισμό τους.

 

Εκτός από τα παραπάνω θα πρέπει μια φορά τουλάχιστον το μήνα (ασχέτως κατηγορίας βιβλίων), να φτιάχνει έναν πρόχειρο ΦΠΑ και να τον συγκρίνει με αυτόν που παράγει η ΑΑΔΕ. Το ίδιο πρέπει να κάνει και για τους φόρος προς απόδοση.

Τέλος, πρέπει να περνά σε τακτική βάση τις λοιπές εγγραφές και να παρακολουθεί τα αποτελέσματα με πολύ μεγαλύτερη χρονική συνέπεια από πριν.

 

Από τα παραπάνω, καταλαβαίνετε ότι για όλες τις επιχειρήσεις και τους ελεύθερους επαγγελματίες η μηχανογράφηση είναι μονόδρομος.

– Οι λογιστές γιατί βλέπουν να τους έρχεται ένας όγκος δουλειάς για τον οποίο δεν είναι προετοιμασμένοι και για τον οποίο αμφιβάλλουν αν θα πληρωθούν.

– Οι εταιρείες μηχανογράφησης γιατί καταλαβαίνουν ότι η ποιότητα του προϊόντος που θα παρουσιάσουν τώρα θα κρίνει εν πολλοίς το μέλλον τους.

– Οι επιχειρήσεις (κυρίως οι μικρές και οι ελεύθεροι επαγγελματίες) γιατί καταλαβαίνουν πλέον ότι η οργάνωση και η (μερική έστω) μηχανογράφηση είναι αναγκαίες.

Οι λογιστές θα πρέπει ν’ αρχίσουν να κάνουν οργανωμένη δουλειά σε όλους τους πελάτες του και να απαιτήσουν από αυτούς να είναι συνεπείς απέναντι στον λογιστή τους και να μάθουν να πληρώνουν για τις υπηρεσίες που παίρνουν.

 

Οι επιχειρηματίες και οι ελεύθεροι επαγγελματίες θα πρέπει να ξεχάσουν τα τιμολόγια και αποδείξεις και να αρχίσουν να κόβουν με ηλεκτρονικό υπολογιστή έστω τα παραστατικά εσόδων (με προγράμματα όπως το GO) και να τα ανεβάζουν στην ΑΑΔΕ, ώστε τουλάχιστον να επιταχύνουν τη διαδικασία για τον λογιστή τους και να μπορούν να ζητούν καλύτερες υπηρεσίες από αυτόν.